11.05.2015

Μιχάλης Στύλλας, Exploring the extremes: Running at Heat, Cold & Altitude



Rodopi Advendurun 100miles 2014 (Photo: Babis Giritziotis)


Το κέντρισμα για ένα πισωγύρισμα στο χρόνο ήρθε από την πρόσφατη κλήρωση για τη συμμετοχή στον αγώνα ορεινού τρεξίματος Tor de Geants στις Άλπεις. Αγώνες τέτοιου βεληνεκούς, εκτός από την κατάλληλη προετοιμασία προϋποθέτουν εξοικείωση με ακραίες καταστάσεις, αντίστοιχες με αυτές που είχα την τύχη να βιώσω αρκετά χρόνια πριν. Έτσι, άρχισε η μνήμη να ανατρέχει στις πρωτόγνωρες αλλά πολύ καλά καταγεγραμμένες καταστάσεις εξερεύνησης σωματικών και ψυχικών ορίων που σηματοδότησαν την αρχή ενός προσωπικού κύκλου εξερεύνησης, ο οποίος ξεκίνησε με το νέο millennium.
 
Το μέσο που χρησιμοποιήθηκε για το πρώτο τουλάχιστον μέρος του εν λόγω κύκλου ήταν το τρέξιμο σε ακραία περιβάλλοντα. Τα χρόνια που ακολούθησαν πλαισιώθηκαν από πολλές και έντονες ορειβατικές εμπειρίες. Το τρέξιμο, από τότε και μέχρι σήμερα δεν έγινε ποτέ αυτοσκοπός, παρά μόνο ένα πολύ πρακτικό μέσο εξερεύνησης του φυσικού περιβάλλοντος, απόμακρων κόσμων και συν τω χρόνω, μέσω ειρήνευσης με τον εαυτό μου. Μετά από μία πολύχρονη παύση από συμμετοχές σε ακραίου τύπου αγώνες τρεξίματος η επικείμενη συμμετοχή στο Tor de Geants ξέθαψε από το συρτάρι της μνήμης τα παρθενικά ταξίδια σε άλλους κόσμους... 



 
ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2001

​Winter Lake Lodge, Alaska


Ήταν ένα ηλιόλουστο και παγωμένο πρωινό στo Winter Lake lodge μετά τον τερματισμό του αγώνα περιπέτειας Iditasport 130 miles. Παρόλη τη φυσική καταπόνηση που αναδύεται ως ο επίλογος ενός εγχειρήματος κατά το οποίο το άμοιρο κορμί είχε καλύψει ούτε λίγα ούτε πολλά, διακόσια και βάλε χιλιόμετρα, τη ψυχή μου την έτρωγε ακόμα η ορμή του εξερευνητή. Χωρίς πολλή σκέψη αποφάσισα να συνεχίσω να κινούμαι προς άγνωστη κατεύθυνση μέσα στην άγρια φύση της Αλάσκας, με μοναδικό στόχο την αντάμωση με το απροσδόκητο. Εάν η Αλάσκα ήταν άγρια, τα πράγματα μέσα μου δεν ήταν καθόλου ήρεμα. Υπήρχε ένας συγχρονισμός, μία ταυτοποίηση του εξωτερικού και του εσωτερικού κόσμου. Μία άγρια ψυχή σε ένα άγριο περιβάλλον, χωρίς καμία χρονική, κοινωνική και οικονομική δέσμευση. Η απόλυτη ελευθερία. Η μεγαλύτερη πολυτέλεια της ζωής. Ενάμιση μήνα μετά και αφού η ατελείωτη όρεξη για εξερεύνηση φυσικών τόπων και εσωτερικών ανησυχιών είχε μερικώς χορτάσει, πετούσα πάνω από το όρος Denali μέσα σε ένα μικρό Cessna με προορισμό το Anchorage, αναλογιζόμενος τι είχαν βιώσει οι αισθητήρες μου τους δύο τελευταίους μήνες.  
 
Ο αγώνας περιπέτειας Iditasport 130 ήταν πολύ δύσκολος και με είχε φέρει τελείως στα όρια. Εάν και καλά προετοιμασμένος όσον αφορά το τρέξιμο, πιάστηκα αρκετά απροετοίμαστος στον εξοπλισμό (παπούτσια, έλκηθρο, ρουχισμός) και στην πρακτική χρήση αυτών. Το κρύο τη δεύτερη μέρα του αγώνα ήταν ανυπόφορο. Ήταν η πρώτη φορά που είδα μέσα από τις κάλτσες των παπουτσιών μου να σχηματίζεται πάγος. Ήταν η πρώτη φορά που η μύτη μου είχε παγώσει με αποτέλεσμα ένα ελαφρύ κρυοπάγημα. Τις συνέπειες του μικρού αυτού κρυοπαγήματος πλήρωσα ακριβά με σοβαρό κρυοπάγημα και απώλεια ιστού από τη μύτη, δυόμιση χρόνια αργότερα κατά την ανάβαση στο Cho Oyu, το οποίο με υψόμετρο 8.201m είναι το 6ο ψηλότερο βoυνό του κόσμου. Ήταν η πρώτη φορά που κατά τη διάρκεια διανυκτέρευσης έξω στα βουνά της Αλάσκας στην καρδιά του χειμώνα, νόμιζα ότι θα σταματούσε και η δική μου καρδιά από το πολικό ψύχος. Ήταν η πρώτη φορά που παρόλη την ταλαιπωρία ήθελα και άλλο. Και το βρήκα. Αποκορύφωμα του ταξιδιού που ξεκίνησε με τη συμμετοχή σε ένα αγώνα περιπέτειας, ήταν η 20ήμερη παραμονή στο Rohn. Ένα μέρος στη μέση του πουθενά όπου παίρνει ζωή διάφορες εποχές το χρόνο, αλλά κυρίως το χειμώνα.   

 


Rohn Alaska. Φεβρουάριος 2001. Στα αριστερά μου ο Jasper (Mayor) και ο Peter (κτηνίατρος) ενώ δεξιά μου ο Terry (Sheriff), κινούμενος προς το είδη σφαγμένο buffalo το οποίο έκοβε με αλυσοπρίονο (?) κατά την 20 ήμερη παραμονή στον οικισμό (Photo αρχείο Mike Styllas).


Οι αναμνήσεις από τη μοναχική πορεία προς το Rohn και τη διαμονή εκεί πολύ σύντομα επισκίασαν τον αγώνα και τις δυσκολίες του. Ήταν η επαφή με τον τοπικό πληθυσμό και τον τρόπο ζωής στην πολιτεία που επίσης ονομάζεται “The Last Frontier” και που για σημαία έχει τον αστερισμό της Μεγάλης Άρκτου. Μετά τον ατελείωτο ύπνο κατά τις πρώτες ημέρες, προϊόν κούρασης του αγώνα, άρχισε η αφομοίωση με τις συνήθειες και την αμφισβητούμενη από πολλούς κουλτούρα της κεντρικής Αλάσκας. Οι φυσιογνωμίες της περιοχής, βγαλμένες από ταινία του Copolla, αλλά ο τρόπος ζωής αξιοθαύμαστος. Η ταυτοποίηση με τη φύση αποτελούσε την καθημερινή πραγματικότητα. Οι εξορμήσεις για κυνήγι ήταν πάρα πολύ συχνές και το κρέας αποτελούσε τη βασική διατροφή. Σε τέτοιες ημέρες απόλυτης ηρεμίας, τερματισμός και θέση στον αγώνα που είχε προηγηθεί δεν σήμαιναν απολύτως τίποτα. Βρισκόμουνα σε ένα άλλο κόσμο με ένα άλλο σύστημα αξιών και προτεραιοτήτων, από το οποίο απουσίαζε κάθε ίχνος ανταγωνισμού, οπότε το να αναφέρεσαι σε κατακτήσεις και διακρίσεις δεν σήμαινε τίποτα για κανέναν. Κάθε τρεις ημέρες θα έτρεχα προς το σημείο ρίψης να πάρω τα λαχανικά που πετούσε το μικρό Cessna με ένα μικρό αλεξίπτωτο. Όταν είχε άσχημο καιρό το αεροπλάνο δεν πετούσε, με αποτέλεσμα να τρώμε κρέας (πάπια για παράδειγμα)…με κρέας (caribou), μαγειρεμένα σε βούτυρο για επιπλέον λίπος, ως μέσο αντιμετώπισης των πολικών θερμοκρασιών. Στις πολύ καλές ημέρες ο πιλότος προσγείωνε το Cessna και καθόταν στην καλύβα να πιει μερικές μπύρες και εάν το παράκανε η απογείωση ήταν ένα ενδιαφέρον θέαμα με τις ρόδες του αεροπλάνου να ακουμπάνε τα πανύψηλα έλατα. Εκτός από τα μικρά αεροπλάνα το Rohn ήταν σταθμός για τους κατοίκους που ταξίδευαν προς άλλους οικισμούς με επίγεια μέσα μεταφοράς εφόσον η Αλάσκα δεν έχει δρόμους και οι μετακινήσεις, ιδιαίτερα το χειμώνα γίνονται είτε με σκυλιά και έλκηθρα, είτε με snowmobile. 

 


Το αεροδρόμιο του Rohn, το οποίο όταν δεν το επέτρεπαν οι συνθήκες γινόταν σημείο ρίψης και όταν είχε πολύ άσχημο καιρό γινόταν απλά σημείο προσπέρασης από τα μικρά Cessna (Photo αρχείο Mike Styllas).
 

Ήταν πάλι εκείνες οι ημέρες που περίμενα τον Terry και τους υπόλοιπους τύπους τους οποίους άνετα θα χαρακτήριζες από τυχοδιώκτες μέχρι ψυχικά ασταθείς, να γυρίσουν στην καλύβα και ανέβαινα στα κοντινά υψώματα χαζεύοντας το επιβλητικότατο όρος DenaliMcKinley αγγλιστί, την ψηλότερη κορυφή στη Βόρειο Αμερική) και τα κοπάδια από buffalo και caribou να τρέχουν στην παγωμένη τούνδρα. Εκείνες τις ημέρες εμψύχωνα τον παιδικό μου ήρωα Grizzly Adams από την ομώνυμη ταινία. Ένιωθα μέρος ενός ντοκιμαντέρ από αυτά που έβλεπα στην τηλεόραση όταν ήμουν μικρός. Με πρόφαση το τρέξιμο οδηγήθηκα σε ένα μέρος που ποτέ δεν πίστευα ότι θα βρισκόμουν.
 
Μετά από την εναρμόνιση με τον τόπο και τους ανθρώπους του ήρθε ο αγώνας Iditarod. Ο πιο διάσημος αγώνας ανά τον κόσμο με σκυλιά και έλκηθρα (dog sled race) στον κόσμο. Άγνωστο σε εμάς τους Μεσογειακούς το σπορ του Dog Mushing αποτελεί μία από τις πιο δημοφιλείς δραστηριότητες στις Σκανδιναβικές χώρες, τη Γαλλία, τις Βόρειες ΗΠΑ, τον Καναδά και την Αλάσκα. Οι φιλοζωικές ανησυχίες για τέτοιους αγώνες καταπραΰνονται από την αυστηρή επιτήρηση των κτηνιάτρων (vetenerians) που βρίσκονται σε κάθε σταθμό του αγώνα όπως ήταν και το Rohn.

 

Γευματίζοντας στην τραπεζαρία του Rohn. Οι cult φυσιογνωμίες της τοπικής κοινωνίας (βετεράνοι του Βιετνάμ, πρώην extreme skier και κυνηγοί κεφαλών στην πλειοψηφία τους) οι ξενόφερτοι κτηνίατροι (δεύτεροι και στις δύο πλευρές του τραπεζιού, φαίνονται άλλωστε) και το πιο παράδοξο του χειμώνα εκείνου. Ένας Έλληνας (Photo αρχείο Mike Styllas). 
 
 

Iditarod 2001. Μία ακόμα ομάδα ετοιμάζεται να αναχωρήσει από το Rohn με τους κτηνιάτρους στο δεξιό μέρος της φωτογραφίας να ελέγχουν τα μέλη (σκυλιά) μιας άλλης ομάδας (Photo αρχείο Mike Styllas).  



Η περιπέτεια στην Αλάσκα με άφησε άλαλο για πολύ καιρό και δεν χόρταινα να περιγράφω σε φίλους και γνωστούς το τι είχε συμβεί κατά την επιστροφή στο Oregon, τη βάση μου για εκείνη την περίοδο. Ήταν ένα από τα ταξίδια που αλλάζουν τη ζωή κάποιου για πάντα. Εάν και το αρχικό κίνητρο ήταν ο αγώνας Iditasport 130 το αποτέλεσμα ήταν πολύ πιο ολοκληρωμένο, ευεργετικό και πνευματικά βαθύ, από την απλή κάλυψη της απόστασης από το σημείο Α μέχρι το σημείο Β στον ελάχιστο δυνατό χρόνο.
 
Βέβαια, της εξερεύνησης στην Αλάσκα είχε προηγηθεί το παρθενικό crash test φυσικής, ψυχικής και πνευματικής δοκιμασίας, αλλά κυρίως επίδειξης θράσους με τη συμμετοχή στον ‘πολύ καυτό’ αγώνα δρόμου Badwater 135 miler στο Death Valley της California

 

Ιούλιος 2000, Death Valley California. Το πιο ζεστό μέρος του δυτικού ημισφαιρίου αποτελεί ίσως το λιγότερο ιδανικό μέρος για έναν υπερμαραθώνιο. Η περιέργεια του πως θα αντιδρούσαν σώμα και μυαλό σε τέτοιες ακραίες συνθήκες ήταν το κίνητρο. Πρωτόγνωρα μέρη, πρωτόγνωρες εμπειρίες (Photo αρχείο Mike Styllas).


 
 
ΜΑΡΤΙΟΣ 2000

Corvallis Oregon

 
Οι αντιδράσεις των δρομέων της μικρής πόλης Corvallis του Oregon στην ιδέα της συμμετοχής ενός άγνωστου και άπειρου 26χρονου (μέχρι τότε υπήρξε συμμετοχή σε αγώνα δρόμου μεγαλύτερο από 50km) Έλληνα μεταπτυχιακού φοιτητή σε ένα τέτοιο εγχείρημα ήταν από αποκαρδιωτικές ως και παρότρυνσης επίσκεψης σε γιατρό. Αλλά όπως τελικά αποδείχτηκε, ο καθένας γνωρίζει καλύτερα για τον εαυτό του και στην πορεία μαθαίνει να απορρίπτει ή να συμμερίζεται τις απόψεις των άλλων βάση των προσωπικών του εμπειριών και αυτής της πολλές φορές μη ξεκάθαρης εσωτερικής φωνής.
 
Η προετοιμασία για τον αγώνα Badwater Ultramarathon 135 κράτησε περισσότερο από τέσσερις μήνες. Από το Μάρτη του 1999 οπότε και έφτασα στο Oregon για μεταπτυχιακές σπουδές στην ωκεανογραφία, τον πρώτο χρόνο τον πέρασα σχεδόν εξ ολοκλήρου στις παραλίες του Ειρηνικού Ωκεανού μελετώντας τη διάβρωση των ακτών και μαθαίνοντας για τις παλίρροιες, τα παράκτια ρεύματα και τα κύματα…τόσο στη θεωρία αλλά κυρίως στην πράξη πάνω δηλαδή στη σανίδα του surf.
 
Παρόλα αυτά δεν άφησα ποτέ το τρέξιμο με το οποίο είχα σχέση από ηλικία 12 ετών. Στα χρόνια του γυμνασίου τα 3 χιλιόμετρα έγιναν 10 και αργότερα τα 10 έγιναν 20. Χρονιά ορόσημο της εφηβείας ήταν η παρθενική εμφάνιση στον Ορειβατικό Μαραθώνιο Ολύμπου το Σεπτέμβρη του 1991 σε ηλικία 17 ετών. Από τότε και με σύμμαχο τη γονική προτροπή πάντα ονειρευόμουνα να τρέξω έναν υπερμαραθώνιο. Κάποια στιγμή τα κατάφερα και ίσως με το παραπάνω, μιας και τα όνειρα υπάρχουν για να πραγματοποιούνται.  

 

Το ξεκίνημα προς τα μεγάλα. Σεπτέμβριος 1991. 6ος Ορειβατικός Μαραθώνιος Ολύμπου (Photo αρχείο Mike Styllas).
 

Κατά την πρώτη αυτή χρονιά στις ΗΠΑ τα ατελείωτα surfing sessions συνοδευόμενα από αντίστοιχα party, music festivals και τη ζωή της δυτικής ακτής, πλαισιώθηκαν από επίσης χαλαρούς τερματισμούς στο μαραθώνιο του Portland και στο τοπικό trail run McDonald Forest 50km, αγώνες που ήταν αρκετοί για να κρατάνε το σώμα σε εγρήγορση και το μυαλό διψασμένο για μεγαλύτερα πράγματα. 
 
 

Απρίλιος 1999. Τα πρώτα κύματα που έπιασα στον Ειρηνικό Ωκεανό δεν άργησαν να έρθουν. Surfing και west coast life style, με όλα τα παρελκόμενα, κυριάρχησαν τις εμπειρίες και τη ζωή κατά το πρώτο χρόνο παραμονής στις ΗΠΑ. Εδώ ο φίλος, συγκάτοικος και δεινός surfer Dave Revell από τη Santa Barbara της California πιάνοντας ένα μεγάλο (10 footer!) κύμα στις παραλίες του Oregon. (Photo αρχείο Mike Styllas).
 

Η ελάφρυνση των ακαδημαϊκών υποχρεώσεων την άνοιξη του 2000 ήρθε μαζί με τον κορεσμό από την ‘καλή ζωή’ της δυτικής ακτής και η όρεξη για μεγάλες προκλήσεις ξεχείλιζε από παντού. Η μηχανή έπαιρνε μπροστά. Η πόλη του Corvallis ήταν ιδανικό μέρος για ένα τέτοιο ξεκίνημα μιας και οι δρομείς ορεινών αγώνων ήταν πολλοί με τον τοπικό αγώνα McDonald Forest 50km να συγκεντρώνει περισσότερες από 400 συμμετοχές. Η σταδιακή βελτίωση της φυσικής κατάστασης και η κάλυψη ολοένα μεγαλύτερων αποστάσεων πλαισιώθηκε από ορειβατικές εξορμήσεις στα βουνά των βορειοδυτικών ΗΠΑ. Οι αναβάσεις σε πολλές κορυφές των οροσειρών Cascade Range και High Sierra στην California, συνοδευόταν από πολύωρες προπονήσεις και μπόλικους αγώνες ορεινού τρεξίματος με ένα και μοναδικό στόχο: τον τερματισμό στο Badwater. Παρά την επίπονη και σκληρή προετοιμασία η τοπική κοινωνία των δρομέων του Corvallis παρέμενε διστακτική για το όλο εγχείρημα.     
 
 

Μάϊος 2000. Μετά την ελάφρυνση από τον ακαδημαϊκό φόρτο και τον κορεσμό από τα party και το surf ήρθαν οι ατελείωτες προπονήσεις προετοιμασίας για τον Badwater στα πλαίσια των οποίων ταξίδεψα πολύ στο Oregon την California, την Nevada και την Arizona (Photo αρχείο Mike Styllas).
 


Ιούλιος 2000. Mount Rainier National Park. Ένα βουνό που σημάδεψε τη ζωή μου αφού το καλοκαίρι του 2001 με την επιστροφή από την Alaska εργάστηκα ως δόκιμος οδηγός βουνού για την εταιρία Rainier Mountaineering Inc (Photo αρχείο Mike Styllas).

 

 

Ιούλιος 2000. Πριν την πρώτη ανάβαση στην κορυφή του Mount Rainier (4432m). Ακολούθησαν άλλες 30 την επόμενη χρονιά (Photo αρχείο Mike Styllas). 
 

Από τα δροσερά μονοπάτια και τα βουνά του Oregon και της πολιτείας Washington, στην καρδιά της California και τη ζέστη της ερήμου Death Valley. Ανάμεσα στα δύο αυτά άκρα υπήρχε ένα μεγάλο θερμοκρασιακό κενό. Για να καλυφθεί αυτό, εκτός από τα χιλιόμετρα και τη ψυχολογική προετοιμασία περνούσα καθημερινώς μεγάλα διαστήματα στη σάουνα ακολουθώντας ένα ιδιότυπο πρόγραμμα Heat training.
 
Στις αρχές Ιουλίου άρχισε η ξεκούραση μετά από την τετράμηνη προετοιμασία. Στα μέσα Ιουλίου του 2000 χαιρέτισα φίλους και γνωστούς στο Oregon, δεν είπα τίποτα σε γονείς και οικογένεια πίσω στην Ελλάδα και πήρα το δρόμο προς το νότο. Μία στάση στον ναό της αναρρίχησης Yosemite National Park και δύο μέρες μετά περνούσα το Las Vegas με κατεύθυνση την Κοιλάδα του Θανάτου.

 
Η τελευταία καλή στάση πριν το Death Valley. Yosemite National Park (Photo αρχείο Mike Styllas).

 


 
ΙΟΥΛΙΟΣ 2000

Badwater Ultramarathon, Death Valley California 


Η ενδέκατη θέση στον Badwater αρχικά δεν μου έκανε μεγάλη αίσθηση σε αντίθεση με το γεγονός ότι για πρώτη φορά στη ζωή μου είχα περάσει κυριολεκτικά στην ‘άλλη πλευρά’ σπρώχνοντας το σώμα με το μυαλό για πολλές ώρες.
 
Η εκκίνηση του αγώνα Badwater γίνεται σε τρείς φάσεις: Δρομείς με καλές επιδόσεις σε υπερμαραθωνίους καθώς και τα ‘βαριά’ ονόματα του χώρου, όπως ο Dean Karnazes που είχε αγωνιστεί το 2000, ξεκινάνε στις 6 το πρωί οπότε και οι θερμοκρασίες είναι σχετικά χαμηλότερες (30-35oC). Με τον τρόπο αυτό μπορούν να καλύψουν τα πρώτα ‘δροσερά’ χιλιόμετρα σε σχετικά γρήγορους ρυθμούς και να κυνηγήσουν μία καλή χρονικά επίδοση. Το δεύτερο κύμα δρομέων ξεκινάει στις 8, ενώ οι πρωτοεμφανιζόμενοι αθλητές (rookies), όπως και η αφεντιά μου ξεκινάνε στις 10 π.μ. Όταν έφτασα στην εκκίνηση η θερμοκρασία μόλις είχε ξεπεράσει τους 40oC. Το όλο εγχείρημα απαιτεί σωστή στρατηγική, ιδιαίτερα όταν κάποιος ξεκινάει λίγο πριν το μεσημέρι. Η εκκίνηση ήταν αργή όπως και ο ρυθμός το πρώτο 8ώρο του αγώνα, λόγω της ήδη υπερβολικής ζέστης. 

 
Στην εκκίνηση του αγώνα στις 10 το πρωί…με χαμόγελα γιατί είθε να αντιμετωπίσω τη μεγαλύτερη πρόκληση της ζωής μέχρι τότε (Photo αρχείο Mike Styllas).


Ο τρόπος με τον οποίο διεξάγεται ο αγώνας Badwater 135 έχει ενδιαφέρον. Ο κάθε δρομέας έχει ένα αυτοκίνητο που τον ακολουθεί (support van) και το οποίο είναι εφοδιασμένο με όλα τα απαραίτητα τρόφιμα και υγρά που έχει επιλέξει ο ίδιος. Στον αγώνα υπάρχουν 5 σημεία ελέγχου χρόνου ανά 50 περίπου χιλιόμετρα και στο ενδιάμεσο ο κάθε αθλητής είναι μόνος ενώ η μοναδική βοήθεια που μπορεί να δέχεται είναι από την ομάδα του (support crew). Σε πολλές των περιπτώσεων ο αθλητής μπορεί να ξαπλώσει μέσα στο support van με το air condition αναμμένο ώστε να ξεκουραστεί ρίχνοντας την εξωτερική του θερμοκρασία.

Η προσωπική στρατηγική βάσει της εμπειρίας παλαιότερων αθλητών, του φόβου που επικρατούσε λόγω των ακραίων συνθηκών, αλλά και του ειδικού βάρους της πρόκλησης, όριζε αργούς ρυθμούς την ημέρα και σχετικά γρηγορότερο τρέξιμο τη νύχτα. Η κατανάλωση υγρών (νερό, ηλεκτρολύτες), ιδιαίτερα το μεσημέρι (θερμοκρασία στους 45oC) έφτανε τα 2 λίτρα ανά 2 μίλια (3 χιλιόμετρα), μίλι και λίτρο δηλαδή. Η βρώση κατάλληλων και εύπεπτων τροφών (μικρά sandwich με τυρί και γαλοπούλα, energy bars, κ.α.), τα οποία είχαμε παγωμένα στο ψυγείο μέσα στο support van γινόταν κάθε ώρα. Κάθε 30 χιλιόμετρα θα καθόμουνα για μία ώρα τουλάχιστον, να φάω ένα κανονικό γεύμα, να αλλάξω κάλτσες και ρούχα ώστε να μην συγκαώ από τον ατελείωτο αλμυρό ιδρώτα. Η ρουτίνα αυτή συνεχίστηκε για 30 περίπου ώρες με ευλάβεια και τα αποτελέσματα ήταν πολύ καλά.
  
 
Τα πρώτα χιλιόμετρα του αγώνα Badwater με τους δρομείς να είναι ακόμα σε ομάδες και τα support van να ακολουθούν. Μετά από μερικά χιλιόμετρα ο καθένας βυθίστηκε στο ρυθμό του (Photo αρχείο Mike Styllas).


Μετά από 30 ώρες συνεχούς μάχης με το καυτό οδόστρωμα, την έρημο και τα παιχνίδια με τα κογιότ την πρώτη νύχτα του αγώνα, έφτασα σε ένα σημείο όπου λόγω της ψυχολογικής κούρασης τόσο από τις ακραίες συνθήκες, όσο και από το γεγονός ότι τα χιλιόμετρα δεν έλεγαν να τελειώσουν, έχασα την υπομονή μου. Τότε άρχισε η υπέρβαση μιας και έπρεπε να κρατήσω σώας τας φρένας. Καθοδόν προς τη 2η νύχτα του αγώνα η συνειδητή σκέψη ήθελε τον τερματισμό ο οποίος απείχε 40 ακόμα χλμ., ενώ το υποσυνείδητο έφερνε στην επιφάνεια αναμνήσεις από τα πρώτα εκείνα χρόνια που ο κάθε άνθρωπος αρχίζει να αντιλαμβάνεται τον εαυτό του. Τα πρώτα φτερουγίσματα του νηπιαγωγείου, την προπαίδεια της δευτέρας δημοτικού, τους άθλους του Ηρακλή κάπου εκείνα τα χρόνια, τα πρώτα τσιμπήματα με τα κορίτσια στα θρανία του δημοτικού και τα αντίστοιχα ‘ραβασάκια’, την αίσθηση ελευθερίας του γυμνασίου, τις κοπάνες και τις αποβολές του λυκείου, την ανατριχίλα των Πανελλαδικών εξετάσεων…και νύχτωσε για δεύτερη φορά!
 
Το παραλήρημα είχε ξεκινήσει. Κάπου εκεί πέρασα μέσα από το Lone Pine (122 miles), το τελευταίο σημείο ελέγχου χρόνου πριν τον τερματισμό, αλλά όντας μεθυσμένος από την κούραση δε θυμάμαι και πολλά από τις στιγμές εκείνες. Μετά το Lone Pine ο αγώνας ανηφορίζει απότομα για να τερματίσει στο Whitney Portal. Σα να μην έφτανε όλη η κούραση από την έρημο, οι διοργανωτές θεώρησαν δίκαιο στα τελευταία 20 χλμ. να ανεβούμε σε υψόμετρο 3.000μ. και κάτι, ώστε να δροσιστούμε λίγο.  

 
Ιούλιος 2000. Death Valley California, ώρα 11 και κάτι προ μεσημβρίας. Θερμοκρασία 45 βαθμοί κελσίου. Τρέχοντας στην άσπρη γραμμή για να μην κολλήσουν τα παπούτσια στην καυτή άσφαλτο (Photo αρχείο Mike Styllas).


32 ώρες στον αγώνα…με το βλέμμα να χάνεται μεταξύ λήθης και μνήμης παιδικών και εφηβικών εμπειριών, πάντα περπατώντας στην άσπρη γραμμή και οδεύοντας προς τον τερματισμό (Photo αρχείο Mike Styllas).
 


Με τη δεύτερη νύχτα προ των πυλών και την οροσειρά Sierra Nevada να πλησιάζει, οι παραισθήσεις και τα οράματα γινόταν εντονότερα (Photo αρχείο Mike Styllas).

Μετά όλα παραδόθηκαν στην ψυχή και το πνεύμα. Απίστευτες οι παραισθήσεις ανεβαίνοντας για το Whitney Portal κατά τα 13 τελευταία μίλια του αγώνα. Άνθρωποι της ερήμου ντυμένοι με λευκά ρούχα παραμόνευαν σε κάθε στροφή του οφιοειδούς δρόμου και μόλις τους πλησίαζα εξαφανίζονταν. Ελληνικές βρισιές στην προσπάθεια των συνοδών να με συνεφέρουν με λίγη καφεΐνη για να ανακόψουν το παραλήρημα των παραισθήσεων. Τρομερές ψυχολογικές αντιθέσεις με αποκορύφωμα την πεισματική επιστροφή προς τα πίσω (δηλαδή προς την εκκίνηση του αγώνα!) 400μ. πριν τον τερματισμό. Νύχτα ήταν ακόμα όταν πέρασα τη γραμμή του τερματισμού μην έχοντας καταλάβει τι είχα ολοκληρώσει. "Τελικά εμείς οι Έλληνες κάνουμε πράγματα και θάματα μακριά από την πατρίδα", σκέφτηκα και αφέθηκα στα συναισθήματα της στιγμής. Αυτό δεν ήταν αγώνας, ήταν ο ορισμός της κυριαρχίας του νου επί τω σώμα. 
 

Από τα -82m στα 4421m, στην κορυφή του Mount Whitney, ολοκληρώνοντας το περίφημο Death Valley Crossing (Photo αρχείο Mike Styllas).

Αλλά επειδή ως Έλληνες φημιζόμαστε ότι είμαστε ικανοί για το καλύτερο και αμέσως μετά κάνουμε ότι μπορούμε για να το αναιρέσουμε, είπα να επιβεβαιώσω τη συγκεκριμένη φήμη για άλλη μια φορά. Την επομένη του τερματισμού μετά τις απονομές και με τα πόδια ακόμα πρησμένα και ματωμένα από τις 42 και πλέον ώρες συνεχόμενης προσπάθειας, είπα να ολοκληρώσω το Death Valley Crossing [από το χαμηλότερο (-82m) στο ψηλότερο (4.421m) σημείο των ηπειρωτικών ΗΠΑ] φτάνοντας μέχρι την κορυφή του Mount Whitney
 

Η Ελληνική σημαία στην κορυφή του Mount Whitney της California. Σίγουρα δεν ήταν η πρώτη φορά που Έλληνας ανέβηκε στη συγκεκριμένη κορυφή, αλλά είναι σχεδόν βέβαιο ότι κανένας δεν την κουβάλησε μέχρι εκεί από το Death Valley, 4500m χαμηλότερα (Photo αρχείο Mike Styllas).
 

Βάση της ορειβατικής εμπειρίας και των αναβάσεων σε ψηλά βουνά θα έπρεπε να είχα συνυπολογίσει στην κόπωση από τον αγώνα την επίδραση του υψομέτρου, αλλά τέτοιες ώρες ποιος ακούει σε λογικές φωνές. Όταν έχεις καταφέρει το μέγιστο και είσαι πλήρως μεθυσμένος από την επίτευξη του μέχρι πρότινος ακατόρθωτου, νομίζεις ότι είσαι κάτι σαν θεότητα με ανθρώπινη μορφή. Σε 4 ώρες βρισκόμουνα στην κορυφή, όπου έκατσα μαζί με αρκετό κόσμο και εάν και βρισκόμουνα στα 4.421μ. ένιωθα να πετάω στην στρατόσφαιρα. Κατά την επιστροφή βέβαια κατάλαβα με άσχημο τρόπο ότι τα πράγματα δεν ήταν ακριβώς έτσι αφού, κοντά στη λίμνη που χρησιμοποιούν για κατασκήνωση οι αναρριχητές, κυριολεκτικά καρτέρευσα. Με τη βοήθεια των περίοικων συνήλθα και συνέχισα προς τα κάτω, όπου και πάλι καρτέρευσα κάνοντας εμετό και αποβάλλοντας ότι με είχαν φιλέψει οι συμπονετικοί αναρριχητές. Τελικά έφτασα στον προορισμό μου, στο Lone Pine σε άθλια κατάσταση και χωρίς περιττές κινήσεις έπεσα να κοιμηθώ τον πιο γλυκό ύπνο της ζωής μου, τουλάχιστον μέχρι τότε, στο σπίτι του πολύ ευγενικού Ben Jones, ambassador του αγώνα Badwater.       
 

Καθοδόν από το Mount Whitney σε κακά χάλια…επιβεβαιώνοντας έναν από τους πολλούς κανόνες της σύγχρονης Ελληνικής κουλτούρας. Μόλις κάνουμε το καλό τα μυαλά μας παίρνουν αέρα, αρεσκόμαστε να το γκρεμίζουμε ή και να γκρεμιζόμαστε οι ίδιοι (Photo αρχείο Mike Styllas).


 
 
ΙΟΥΝΙΟΣ 2001

Mount Rainier National Park, Washington State

 
Η επιστροφή από την Αλάσκα μου είχε δώσει εντονότατα την αίσθηση της πτήσης. Ανώμαλης μεν αλλά φαινομενικά πάνω από όλους και από όλα. 

Δουλεύοντας "σκληρά" στο Mount Rainier (Photo αρχείο Mike Styllas). 

Οι συγκυρίες συνέχιζαν να είναι ευνοϊκές. Αποδέσμευση από το πανεπιστήμιο του Oregon όντας Master of Science, καλοκαιρινή δουλειά στο Mount Rainier σαν δόκιμος οδηγός βουνού το καλοκαίρι του 2001, τερματισμός στον Cascade Crest Classic 100miler σε 28 ώρες, non-stop ολοκλήρωση του Wonderland Trail στο Mount Rainier, πρόσκληση για συμμετοχή σε Αμερικάνικη αποστολή στα Ιμαλάϊα στο όρος Dhaulagiri (8.167m) και πληρωμένη συμμετοχή από τη Montrail (aka sponsor) στο Annapurna Mandala Trail 2002 (320km) του Νεπάλ
 

Οκτώβριος 2001, Mount Rainier National Park. Με το βλέμμα πλέον στραμμένο στα Ιμαλάϊα ολοκληρώνοντας το γύρω του Mount Rainier (Wonderland Trail) απόστασης 160km, αυτόνομος χωρίς εξωτερική βοήθεια σε 40 ώρες (Photo αρχείο Mike Styllas).
 
 


 
ΜΑΡΤΙΟΣ 2002

Manang Village, Nepal

 
Οι προσωπικές επιτυχίες σε Death Valley και Alaska και η επιμονή για ολοένα μεγαλύτερα πράγματα, είχαν φέρει απροσδόκητα καλές ευκαιρίες. Η ευκαιρία συνεργασίας με την εταιρία Montrail, και η συμμετοχή στον αγώνα Annapurna Mandala Trail με έβαλαν στον πειρασμό να πιστέψω ότι θα ήμουν ο πρώτος άνθρωπος στον κόσμο που θα καταφέρει να έχει τρέξει τον πιο ‘ζεστό’, τον πιο ‘κρύο’ και τον πιο ‘ψηλό’ υπερμαραθώνιο σε διάστημα 2 ετών.
 
Το project με τίτλο “Running at Heat, Cold & Altitude” φάνταζε πλέον πολύ κοντινό και σε συνδυασμό με τη συμμετοχή στην πρώτη μου αποστολή στα Ιμαλάϊα, τα φτερά ήταν ανοιχτά σε υπερθετικό βαθμό περιμένοντας τη μεγάλη πτήση. Προφανώς υπολόγιζα χωρίς το ξενοδόχο, ο οποίος κυκλοφορεί με διάφορα ονόματα όπως ‘σύνεση’, ‘ταπεινότητα’, ‘μετριοφροσύνη’ και άλλα τέτοια.
  

Annapurna Mandala Trail 320km, Nepal. Το τελευταίο μέρος της τριλογίας που δεν έγινε ποτέ (Photo αρχείο Mike Styllas). 


Μόλις μπήκε μέσα μου το ανταγωνιστικό πνεύμα και ένιωσα ότι πρέπει κάτι να αποδείξω, τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν. Όμως τα φτερά (ή μάλλον καλύτερα τα μυαλά) εάν και ανοιγμένα διάπλατα αποδείχτηκαν πολύ μικρά για να πετάξουν στον αέρα των Ιμαλάϊων και τη μέχρι πρότινος ανέμελη πτήση ακολούθησε η πρώτη ανώμαλη και οδυνηρή προσγείωση, που ήρθε πακέτο την 3η ημέρα του αγώνα Annapurna Mandala Trail.
 
Το νερό από την πηγή του χωριού Chame σε συνδυασμό με την σχετική χαλαρότητα αντιμετώπισης της σοβαρότατης κατάστασης, η οποία μεταφραζόταν σε ‘τρέξιμο-σε-υψόμετρο’, έφεραν για πρώτη φορά το φτερουγίζων μικρό πουλάκι αντιμέτωπο με την πραγματικότητα τόσο των Ιμαλάϊων (διάρροια, εμετό, ρίγη και πυρετό), όσο και της υπεροψίας του έναντι των καταστάσεων. Το επόμενο etap του αγώνα προς το Tilicho Lake ήταν επιεικώς μία πολύ κακή εμπειρία και η άσπρη πετσέτα έπεσε στο ρινγκ. 


Thorong Phedi 4400m. Στο Lodge του μικρού οικισμού έχοντας εγκαταλείψει τον αγώνα Annapurna Mandala Trail 320km και υπομένοντας τον πυρετό και τη διάρροια (Photo αρχείο Mike Styllas).


Εγκαταλείποντας τον αγώνα εγκατέλειψα και το project “Running at Heat, Cold & Altitude”. Τώρα που το βλέπω με άλλο μάτι, με τα 2/3 του επίδοξου project done-deal, επήλθε και η σχετική χαλαρότητα (άλλο ένα αδιάψευστο στοιχείο του Ελληνικού ταπεραμέντου) και επειδή η φύση δε χαρίζει κάστανα σε επίδοξους κατακτητές, κέρασε για πρώτη και σίγουρα όχι τελευταία φορά, ένα μεγάλο ΟΧΙ. Με σκυμμένο το κεφάλι και τσαλακωμένο τον εγωισμό ολοκλήρωσα τη διαδρομή του αγώνα σε πιο απολαυστικούς ρυθμούς, περνώντας από το Thorong La και περπατώντας μέχρι το Poon Hill μαζί με τον αδερφό μου Αλέξανδρο, ο οποίος με συνόδευε στον αγώνα καθώς και σε πολλές άλλες περιπέτειες στις χρονιές που ακολούθησαν. Φτάνοντας στην πανέμορφη Pokhara συμμετείχαμε στην τελετή λήξης του αγώνα, την πρώτη θέση του οποίου είχε καταλάβει ο Dawa Sherpa, γνωστός και από τις πολύ καλές του επιδόσεις στον Olympus Marathon και στο Ultra Trail du Mont Blanc, μεταξύ άλλων.  

 

Με τον αδερφό μου Αλέξανδρο (Alex) στο Thorong La με υψόμετρο 5.416m (Photo αρχείο Mike Styllas).

 

Οι συντελεστές του αγώνα, το χορευτικό συγκρότημα ο Alex και εγώ στον τερματισμό του Annapurna Mandala Trail 320km, αγώνα τον ο οποίο κέρδισε ο πολύ γνωστός δρομέας Dawa Sherpa (Photo αρχείο Mike Styllas).

 

 
ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2002

Pokhara, Nepal

 
Με το πέρας της τελετής λήξης του αγώνα περιμέναμε με ανυπομονησία τα μέλη της Αμερικάνικης αποστολής για το Dhaulagiri (8.167m). Στον απόηχο της μη ολοκλήρωσης του Annapurna Mandala Trail περίμενα εναγωνίως να ξεκινήσει η αποστολή ώστε να αναλωθώ στην προσπάθεια ανάβασης του εμβληματικού αυτού βουνού.  
 
Ο Alex με τον Dawa Sherpa (Photo αρχείο Mike Styllas). 
 

Η πρώτη αποστολή σε βουνό με υψόμετρο άνω των 8.000μ., εκτός από ένα δυσανάλογο ορειβατικό βήμα, ήταν άλλο ένα σχολείο από μόνο του. Η αγωνιστική νοοτροπία των αγώνων τρεξίματος που είχαν προηγηθεί την διετία 2000 – 2002, δεν ταίριαζε καθόλου με την προσπάθεια ανάβασης στο βουνό, όπου τα πράγματα είναι σαφώς πιο επικίνδυνα και τα ήδη τσαλακωμένα φτερά του μικρού πουλιού λύγισαν εύκολα στην προσπάθεια μίας ακόμα πτήσης κόντρα στο δυνατό αέρα που έπνεε συνεχώς κατά τη διάρκεια της αποστολής. 

 
Ψηλά στο Dhaulagiri με θέα στο Annapurna (8091m). Αμέσως μετά τον αγώνα στις ψηλές κορυφές των Ιμαλάϊων. Διάθεση και δύναμη υπήρχαν, αλλά ο εγωισμός, ο υπεροπτισμός και η απειρία υπερίσχυσαν (Photo αρχείο Mike Styllas). 


Λες και η λευκή και πανέμορφη ορεινή θεότητα - όπως ορίζει η ετοιμολογία του ονόματος Dhaulagiri στα Σανσκριτικά – είχε θυμώσει με τον ασεβή και υπερόπτη νεαρό σαν του λόγου μου. Έτσι, ο επίλογος της αποστολής είχε ως αποτέλεσμα την επιστροφή από τα 7.700m, ένα μικρό κρυοπάγημα στο πόδι, αλλά πιο σημαντικό, τη σταδιακή διάλυση υπεροψίας και εγωισμού.

 
Ο επίλογος μιας διετίας (2000 – 2002) η οποία είχε μπόλικο τρέξιμο, πολύ ορειβασία και πλαισιώθηκε με την πρώτη αποστολή στα Ιμαλάϊα. Δύο χρόνια μία ζωή. Όχι στις περιπέτειες, αλλά στις εμπειρίες και τα διδάγματα μέσα από αυτές, τα οποία γίνονται εμφανή μόνο στις αποτυχίες. Για να μαθητεύσει κάποιος όμως στο σχολείο της φύσης πρέπει να έχει όρεξη να διαβάσει τα μηνύματα μην αφήνοντας τον εγωισμό να δρα ως παρωπίδα. (Photo αρχείο Mike Styllas).
 
 
 

Η Τριλογία προς την Αυτογνωσία


Με τσαλακωμένο τον εγωισμό και έντονη την αίσθηση της ταπείνωσης επέστρεψα στην Ελλάδα. Τότε έμαθα κάτι καινούργιο για το Μιχάλη αφού κατάλαβα ότι δεν είναι του χαρακτήρα μου να αναλώνομαι σε ανταγωνιστικά παιχνίδια που ορίζονται από άλλους. Μόλις στο μυαλό μου καρφώθηκε η μοναδικότητα του project “Running at Heat, Cold and Altitude” μέσω ενός επικείμενου τερματισμού στο Annapurna Mandala Trail, μπήκα σε ένα άτυπο ανταγωνισμό κυρίως με τον εαυτό μου, αλλά και με τους άλλους. Οι σύντροφοι δρομείς στην έρημο του Death Valley και στην παγωμένη Αλάσκα έγιναν απλά οι αντίπαλοι που ήθελα να προσπεράσω στα μονοπάτια των Ιμαλάϊων και εκεί χάθηκε όλη η μαγεία εκείνων των χρόνων.
 
Στη δωδεκαετία που ακολούθησε οι υπερμαραθώνιοι περιορίστηκαν τελείως. Από το 2009 και μετά όμως έλαβα διαδοχικές συμμετοχές σε έναν και καλό αγώνα, τον υπερμαραθώνιο ROUT 100Miles Advendurun, που διεξάγεται κάθε Οκτώβρη στα πανέμορφα μονοπάτια της Ροδόπης. Απεναντίας στο διάστημα αυτό οι ορειβατικές περιπέτειες αυξήθηκαν σε εξαιρετικά μεγάλο βαθμό: οκτώ αποστολές στα Ιμαλάϊα, μία στις Άνδεις, πολυάριθμα ταξίδια στις Γαλλικές, Ιταλικές και Ελβετικές Άλπεις, στα βουνά της Νορβηγίας, της Σκωτίας, της Ρωσίας και το κυριότερο καλύτερες γνωριμίες με τα Ελληνικά βουνά και τους ανθρώπους τους.   

 
Το όρος Makalu με υψόμετρο 8453m. Τον Οκτώβριο του 2008 μαζί με τον Nima Sherpa ήμασταν μόνοι μας στην κλασσική διαδρομή του βουνού. Απομόνωση, ηρεμία και εγρήγορση. Η μαγεία συνεχίστηκε και στα χρόνια που ακολούθησαν και θα συνεχίζεται όσο υπάρχει διάθεση για νέες περιπέτειες, χαρακτηριζόμενη από αυτογνωσία περί ικανοτήτων και στόχων, καθώς και σύνεση και ειλικρίνεια προς φύσην, εαυτόν και  τρίτους (Photo αρχείο Mike Styllas).
 

Με το διαχωρισμό μεταξύ επιτυχιών και αποτυχιών άλλοτε σε πρωτεύοντα αλλά συν το χρόνο σε δευτερεύοντα ρόλο, οι κύκλοι εξερεύνησης άρχισαν να αποκτούν μεγαλύτερη διάρκεια. Από το 2002 και μετά η επαφή με τη φύση ξέφυγε αργά και σταδιακά από τη μονοσήμαντη δίοδο επίτευξης στόχων, επιδόσεων και αναβάσεων σε κορυφές, αποκτώντας ένα διττό χαρακτήρα. Αυτόν της κατανόησης και του θαυμασμού του φυσικού κόσμου και αυτόν της κατανόησης και του θαυμασμού ιδίου εαυτού μέσα από τη σωματική καταπόνηση, τις δύσκολες ψυχολογικά καταστάσεις, της απώλειας φίλων και των πνευματικών υπερβάσεων.

Και οι δύο πλευρές συνέβαλλαν με τον τρόπο τους σε μία συναισθηματική ωρίμανση και σε ένα επαναπροσδιορισμό του ρίσκου, του κινδύνου και της ίδιας ζωής. Η περίοδος 2003 – 2015, εκτός της μόνιμης κατοίκησης στον Όλυμπο, αποτέλεσε και μία περίοδο εντατικότερων μαθημάτων από τους καλύτερους δασκάλους – από τα βουνά, που αδιάκοπα μέσω της σωματικής καταπόνησης διδάσκουν γνήσιες αξίες, όπως την υπομονή, την επιμονή, τη στέρηση, την ταπεινότητα και το σεβασμό προς τη φύση, τους ανθρώπους και του ιδίου εαυτού. Οι προσωπικές υπερβάσεις των ορίων θα είναι πάντα το ζητούμενο αλλά τέτοιες καταστάσεις είναι ιδιαίτερες, απαιτούν εμπειρία, καθώς και συνδυασμό πολλών εσωτερικών και εξωτερικών παραγόντων. Η μαγεία θα βρίσκεται πάντα στη λεπτή ισορροπία μεταξύ του ‘κάνε μπρος’ και ‘γύρνα πίσω’ και όσο πιο ψηλά θέλει να ανέβει κάποιος τόσο μεγαλύτερο θα είναι το τίμημα τυχόν αποτυχίας.
 
Περιπέτειες σε μεγάλα ύψη απαιτούν μεγάλα φτερά τα οποία δημιουργούνται σταδιακά μέσα από πολλές θυσίες, από ανώμαλες προσγειώσεις και από μακροχρόνιες εμπειρίες. Όμως στις ημέρες μας είναι πλέον δυνατό τα μεγάλα φτερά να προσθέτονται έναντι αντιτίμου, προσπερνώντας έτσι το μακρύ και δύσκολο δρόμο της μαθήτευσης στη φύση. Πτήσεις με ‘τεχνητά φτερά’ απαιτούν ακόμα πιο μεγάλη προσοχή γιατί το παράδειγμα του Ίκαρου φαντάζει πιο διαχρονικό από ποτέ και οι πολύ ψηλές πτήσεις μπορούν εύκολα να μετατραπούν σε ελεύθερες πτώσεις.   

 
Μιχάλης Στύλλας
The North Face Explorer

Photo: Babis Giritziotis / GOexperience